Κατηγορίες

Οι πληγές του «Φαραώ»

του Θάνου Καμήλαλη

Πλέον, δεν προκαλεί καμία εντύπωση. Διαβάζεις ότι επίκειται ένα καιρικό φαινόμενο. Ξέρεις ότι θα εφαρμοστεί ο Νόμος του Μέρφι, «ό,τι είναι να πάει στραβά θα πάει». Ακούς τις βαρύγδουπες δηλώσεις ότι είμαστε θωρακισμένοι. Εκεί ξεκινάει το χιούμορ και το πικρό γέλιο. Περιμένεις λίγες μέρες. Μετράμε όλοι μαζί πληγές. Το χειρότερο είναι, όπως σχολίαζε ο Κωνσταντίνος Πουλής, πως μέσα σε όλα αυτά κυριαρχεί η καρτερικότητα. Εκπαιδευόμαστε να περιμένουμε στωικά τη δυστυχία και την επόμενη καταστροφή, να μη μας εξοργίζει η αδιαφορία, η ανικανότητα οι ξεκάθαρες συνέπειες των εξυπηρετήσεων ιδιωτικών συμφερόντων. Δεν είμαστε και Φουρθιώτηδες να μπορούμε να στείλουμε κανένα SMS στον Υπουργό Επικρατείας να παρέμβει άλλωστε.

Σκηνή πρώτη: Βαρύγδουπες δηλώσεις για το πόσο σε ετοιμότητα είναι ο κρατικός μηχανισμός, με μπόλικη χρήση της μετοχής «θωρακισμένοι». Σκηνή δεύτερη: χάος. Σκηνή τρίτη: Αλληλοκατηγορίες μεταξύ τοπικών αρχόντων ή κυβέρνησης και κρατικοδίαιτων εταιρειών που εκμεταλλεύονται δημόσιες υποδομές με κέρδη εκατοντάδων εκατομμυρίων.  Σκηνή τέταρτη: Αmber Alert, άνθρωπος που παριστάνει τον πρωθυπουργό στον ελεύθερο του χρόνο, εξαφανίστηκε. Σκηνή πέμπτη: Επιστροφή στο χάος, με θλιβερές προσπάθειες μετακύλισης της ευθύνης.

Η ίδια παράσταση, κακοπαιγμένη, θλιβερή, ανεβοκατεβαίνει δυόμιση χρόνια τώρα, πατώντας πάνω στις διαχρονικές παθογένειες του κρατικού μηχανισμού στη διαχείριση κρίσεων. Τα συνθήματα γεμάτα έπαρση περί «αριστείας» και «αποτελεσματικότητας», το κράτος που αυτοπροσδιορίστηκε ως «επιτελικό» καταρρέουν μπροστά σε προβλήματα όπως «Πώς να μην αφήσετε 3.000 οδηγούς εγκλωβισμένους σε οδική αρτηρία της πρωτεύουσας», ή «Εναέρια μέσα πυρόσβεσης και σε τι χρησιμεύουν» ή «Πώς να μη βουλιάξει ένα λεωφορείο στην Ποσειδώνος».

Συμφορές που μοιάζουν αδύνατο να προβλέψει και να υπερκεράσει η κυβέρνηση, που καταφεύγει σε πλήρη άρνηση της πραγματικότητας ή/και αστείες δικαιολογίες. Ο αρμόδιος Υπουργός, η «μεταγραφή αεροδρομίου» μας από Κύπρο, κόμπαζε τη Δευτέρα ότι «κρατήσαμε την χώρα ανοικτή». Την ίδια ώρα, χιλιάδες οδηγοί καταλάβαιναν ότι θα διανυκτερεύσουν στα οχήματά τους, δύο τρένα ήταν ακινητοποιημένα, σε Λιβαδειά και Οινόη, ενώ η πρόσβαση σε πολλά δημόσια νοσοκομεία ήταν ήδη αδύνατη, καθώς το χιόνι μαζευόταν στις εισόδους και κανείς δεν προνόησε να κρατήσει έστω λίγους δρόμους ανοικτούς.

Κι όταν ο όλεθρος που λέγεται κυβέρνηση Μητσοτάκη συναντάει τις δημόσιες υποδομές που εκμεταλλεύονται ιδιώτες, το μείγμα είναι εκρηκτικό. Κυλάει ο τέντζερης της ανικανότητας και βρίσκει το καπάκι της κερδοσκοπίας, της εκμετάλλευσης δημόσιων αγαθών. Οι αυτοκινητόδρομοι εξάλλου δεν είναι καν μονοπώλιο. Δεν γίνεται να πεις «αυτός δεν έχει καλές υπηρεσίες, θα πάω από τον ανταγωνιστή του». Δεν υπάρχει ανταγωνιστής μόνο κάτι κακοτράχαλοι δρόμοι παράκαμψης. Υπάρχουν επίσης αποικιοκρατικές ρήτρες που επιτρέπουν στις μεγάλες κατασκευαστικές που απαρτίζουν τους «εργολάβους» να έχουν κέρδη εκατομμυρίων ευρώ, χωρίς σχεδόν καμία υποχρέωση και με αποζημιώσεις ακόμα και με βάση τις «προβλέψεις» τους για την κίνηση που περιμένουν να έχουν. Αυτό το μοντέλο, δεν είναι καν «καπιταλισμός», καθώς, δεν περιέχει κανένα επιχειρηματικό ρίσκο, καμία «επένδυση» κεφαλαίων.

Έτσι, φτάνουμε στα δυσθεώρητα κέρδη της Αττικής Οδού και της κάθε Αττικής Οδού. Αυτοκινητόδρομοι κατασκευάζονται με δημόσιο χρήματα (αμιγώς ελληνικό ή συγχρηματοδότηση με Ε.Ε,), η εταιρεία δανείζεται από ελληνικές τράπεζες, αποπληρώνει τα δάνεια με τα έσοδα από τους φορολογούμενους μέσω των διοδίων και στη συνέχεια απλώς βλέπει τα κέρδη να αυξάνονται. Παράλληλα, οι καθυστερήσεις είναι ο κανόνας, με έρευνα του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου, που ασχολείται με τις Συμπράξεις Ιδιωτικού και Δημοσίου Τομέα (ΣΔΙΤ), να διαπιστώνει ότι στην Ελλάδα το κόστος σε τρεις αυτοκινητοδρόμους αυξήθηκε κατά 1,2 δισ. ευρώ εξαιτίας των καθυστερήσεων στην παράδοση των έργων. Στη μία περίπτωση που έτυχε να μην ισχύσει αυτός ο κανόνας (Εγνατία Οδός), απλώς ο δρόμος κατασκευάζεται με δημόσιο χρήμα και μέτα ξεπουλιέται από το ΤΑΙΠΕΔ στον ιδιώτη (ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ), που θα φέρει αύξηση διοδίων και τέλος στο ποσοστό των εσόδων που πηγαίνει για το δημόσιο χρέος. Το αποτέλεσμα είναι ξανά, δισεκατομμύρια ζημίας για το δημόσιο.

Αυτή, είναι η «ιδιωτική πρωτοβουλία» όταν μιλάμε για δημόσια αγαθά και υποδομές. Το ρεύμα, το νερό, το σύστημα Υγείας, τις μετακινήσεις. Πολλές από αυτές τις πληγές έρχονται σιγά σιγά, την ώρα που διαβάζονται αυτές οι γραμμές. Περιμένουμε τις ακρίδες, σαν να λέμε.

Ο «Φαραώ» μας όμως, είναι φιλεύσπλαχνος και από όπου κι αν βρίσκεται, εξήγγειλε αποζημιώσεις. Δεν έχουν σημασία τα δικαστήρια, δεν έχουν σημασία οι συμβάσεις, δεν έχει σημασία το αν το Δημόσιο θα κάνει αγωγή στην εταιρεία. «Κατά παρέκκλιση κάθε άλλης διάταξης», για να το πούμε νομικά, σημασία έχει ο νόμος του Μητσοτάκη, τον οποίον (εντελώς τυχαία) αποδέχτηκε η εταιρεία. Μοιάζει σαν να παίζουμε στο «Κλάμα βγήκε από τον Παράδεισο», όπου η κόρη εφοπλιστή, Τζέλα Δελαφράγκα προσπαθεί να δώσει χρήματα στην οικογένεια του ναυτικού που τυφλώθηκε, για να κρύψει το γεγονός ότι το Τζέλα Δέλτα ναυάγησε επειδή δεν είχε φουγάρα. Ένα βολικό deal, ένας καλός συμβιβασμός. με μεσάζοντα εδώ τον Πρωθυπουργό και «ναυάγιο» την κυβέρνησή του.

Ο κίνδυνος εδώ, πέρα από τη φυσική καταστροφή, είναι η καρτερικότητα. Η στωική αποδοχή της μοίρας, η δυστυχία ως θέσφατο. Η αποδοχή δηλαδή ότι η Προστασία του Πολίτη θα εξαντλείται στα γκλομπ της αστυνομίας και η «Ασφάλεια» στις φιέστες με τα Ραφάλ. Η αποδοχή της διαχείρισης κρίσεων ως θεατρική παράσταση, με πολιτικούς να λένε για θωράκιση και μετά να βρίζουν τον κόσμο που σηκώθηκε να πάει στις δουλειές του. Η αποδοχή ότι ο μόνος τρόπος να επικοινωνήσει ένας εγκλωβισμένος οδηγός με την Πολιτεία είναι αν λέγεται Μένιος Φουρθιώτης και έχει το τηλέφωνο του Υπουργού, τον οποίον «ενοχλεί» για νομοσχέδια που τον αφορούν.

Όταν οδηγοί διανυκτερεύουν εγκλωβισμένοι στα οχήματά τους και η ερώτηση που επικρατεί σήμερα στην Αθήνα είναι «έχεις ρεύμα;», οι προσδοκίες μειώνονται αισθητά. Αλλά, δεν είναι ανάγκη να είναι πάντα έτσι. Δεν χρειάζεται να αποδεχτούμε την ανικανότητα, τον τραγέλαφο, τον ζόφο ως κάτι «κανονικό». Ούτε αξίζει στην κοινωνία όλο αυτό που συμβαίνει εδώ και δυόμιση χρόνια. Κι αν η κυβέρνηση έχει να προσφέρει πολλές ακόμα πληγές σε αυτόν τον τόπο, έχουμε το χρέος να προσφέρουμε κάτι καλύτερο σε εμάς και τους συνανθρώπους μας.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *