Κατηγορίες

Σαν σήμερα το 2018 έφυγε ο ανεπανάληπτος Τζίμης Πανούσης και άφησε δυσαναπλήρωτο κενό

Σαν σήμερα, το 2018 «έφυγε» από τη ζωή ο Τζίμης Πανούσης και είτε σου άρεσε ούτε όχι, είτε τον συμπαθούσε είτε τον μισούσες (μέση λύση δεν υπήρχε), δεν μπορεί να αμφισβητήσει κανείς πως άφησε το στίγμα του, με τη σάτιρά του και τις απόψεις του.

Πέρα από τις μουσικές του παραγωγές, ο Τζίμης Πανούσης είχε ασχοληθεί με το ραδιόφωνο, την τηλεόραση, το θέατρο και λιγότερο με τον κινηματογράφο. Είχε μια δεκαπεντάχρονη ιστορία σαν ραδιοφωνικός παραγωγός στους ραδιοσταθμούς Top FM, Κανάλι 15, Ωχ FM, Flash 9.65, 88 μισό Θεσσαλονίκης, ΣΚΑΪ 100.3FM, City FM 99.5.

Πέραν όλων αυτών όμως, ο Τζίμης Πανούσης, είτε ραδιοφωνικά είτε στις σατυρικές παραστάσεις του έκανε και πολλές φάρσες, κάποιες εκ των οποίων προστέθηκαν στα αμέτρητα δικαστήρια που είχε, τα οποία αναλυτικά μπορείτε να δείτε στη σελίδα του tzimakospanousis.gr.

Στην ιστορία έχει μείνει μάλιστα αυτό με τον Γιώργο Νταλάρα, για το οποίο καταδικάστηκε τελεσίδικα με φυλάκιση πέντε μηνών με αναστολή. Ακόμα μία υπήρξε στην Πάτρα, μόνο που έγινε ερήμην του το 2008.

Τι έγινε εκεί; Έκανε φάρσα σε απόστρατο αστυνομικό live. Ενώ ήταν πάνω στη σκηνή και συμμετείχε όλο το ακροατήριο του θεάτρου. Για την ακρίβεια, ήταν συνεργοί του.

Στις αρχές του 2005 λοιπόν ο Τζίμης Πανούσης καταδικάστηκε, ερήμην, από το πρωτοδικείο Πάτρας με 5 μήνες φυλάκιση και 2ετή αναστολή για εξύβριση αστυνομικού, ο οποίος έκανε αγωγή ζητώντας 50.000 ευρώ αποζημίωση για ηθική βλάβη και άλλα 25.000 ευρώ από τον ιδιοκτήτη του κέντρου όπου εμφανιζόταν τότε ο Τζίμης Πανούσης για τον ίδιο λόγο.

Πως άρχισε λοιπόν και εξελίχθηκε η φάρσα σύμφωνα με τον «Κόσμο» και την «Πελοπόννησο»;

«Όλα συνέβησαν στις 28 Φεβρουαρίου 2001 στο κέντρο «Χάραμα». Γύρω στη 1.30 μετά τα ξημερώματα, ο Τζίμης Πανούσης, πήρε μία συσκευή σταθερού τηλεφώνου και ένα χαρτάκι με έναν αριθμό που κάποιος από τους θαμώνες του έδωσε, για να μιλήσει, όπως του είπε, με τα «παιδιά» που έμεναν στο τηλέφωνο που αντιστοιχούσε ο αριθμός. Προφανώς τα παιδιά του ανθρώπου, που στη συνέχεια μήνυσε τον καλλιτέχνη αλλά και τον ιδιοκτήτη του νυχτερινού κέντρου, ήταν φίλοι με τα άτομα που αποτελούσαν την παρέα που διασκέδαζε στο «Χάραμα». Για κακή τύχη του Πανούση, το τηλέφωνο το σήκωσε ο ηλικιωμένος άνδρας.

Σύμφωνα με όσα περιγράφονταν στην δικογραφία ο Τζίμης Πανούσης παρουσιάστηκε ως «Κούρδος», έλεγε στον ηλικιωμένο να του δώσει τη γυναίκα του να μιλήσουν ενώ του ανέφερε και κάποια πράγματα γύρω από την πολιτική. Μεταξύ άλλων, ο καλλιτέχνης του είπε «συ δεν ήσουν στην Αστυνομία, δε με γνωρίζεις, με ξέχασες, είμαι Κούρδος και θα σε τακτοποιήσω, δε με θυμάσαι;». Στη συνέχεια της συνομιλίας ο Τζίμης Πανούσης τον προκάλεσε με «αστεϊσμούς» του τύπου «δώσε μου τη γυναίκα σου, θα σας συγυρίσω. Φοράς στολή; Είσαι με το ΠΑΣΟΚ;».

Ο συνταξιούχος αστυνομικός δεν έκλεισε το τηλέφωνο και άκουσε όλο το σόου και την επόμενη μέρα έψαξε και βρήκε ότι το όλο σκηνικό έγινε στο «Χάραμα» και ότι μιλούσε «ανοικτά» με τον Τζίμη Πανούση που βρισκόταν στην πίστα.

Απευθύνθηκε σε δικηγόρο και υπέβαλε μήνυση για απειλή και διατάραξη της οικογενειακής ειρήνης ζητώντας πενήντα χιλιάδες ευρώ από τον Τζίμη Πανούση και 25.000 ευρώ από τον ιδιοκτήτη του νυχτερινού κέντρου «Χάραμα» Στέφανο Οικονόμου και τη σύζυγό του Ιωάννα. Κατηγορούσε τον Τζίμη Πανούση, ότι τον «απείλησε» και ότι του προκάλεσε «ηθική βλάβη»!

Κάποια χρόνια αργότερα, το Πρωτοδικείο Πατρών δικαίωσε τον ηλικιωμένο κύριο και καταδίκασε τόσο τον καλλιτέχνη όσο και τη σύζυγο του ιδιοκτήτη του κέντρου Ιωάννα Οικονόμου, καθώς ήταν στο όνομά της σε φυλάκιση πέντε μηνών με αναστολή.

Ο Τζίμης Πανούσης είχε πει στο ραδιόφωνο για την υπόθεση: «Άμοιρος όποιος του ‘λαχε να δικαστεί αυτές τις πονηρές μέρες, που πανικόβλητοι και φοβισμένοι δικαστές βαράνε καμπάνες επί δικαίων και αδίκων. Θύμα αυτής της γελοιότητας και εγώ ακροατή μου που καταδικάστηκα ερήμην στην Πάτρα, της Υπαπαντής, παρόλο που οι γιατροί μου στον Ευαγγελισμό βεβαίωναν ότι για σοβαρούς λόγους υγείας αδυνατούσα να παραστώ.

Τα επίσημα χαρτιά του κρατικού νοσοκομείου τα ‘γραψε στα φρύδια της η θεούσα δικαστής (γιατί δεν τα βγάνουνε τα φρύδια τους, δε χρησιμοποιούν αυτό το τσιμπιδάκι γιατί ήτανε του Συμεών; Ξέρω ‘γώ…) και με καταδίκασε ερήμην για απειλή μπάτσου από τηλεφωνική φάρσα σε παράσταση! Τώρα τι έγκλημα είναι αυτό… Ενώ αν πήγαινα θα έφερνα μαζί μου και έναν παπά για μάρτυρα, θα μου κόστιζε κάτι παραπάνω, και θα αθωωνόμουνα. Μήπως όμως, να ρωτήσω, είναι ντροπή να αθωώνεσαι απ’ αυτό το εθνικόχριστιανικό… σούργελο;».

Στο δικαστήριο είχε τοποθετηθεί μέσω του δικηγόρου Βασίλη Λαδά : «Πρέπει να σημειώσω ότι δεν υπήρχε πρόθεση από μέρους μου να απειλήσω τον αντίδικο με οποιονδήποτε τρόπο, αφού το τηλεφώνημα αυτό έγινε κατά τη διάρκεια μιας μουσικής παράστασης που έδωσα στο κέντρο των Πατρών . Αποτελούσε τμήμα της πιο πάνω μουσικής παράστασης και πρέπει να σημειώσω ότι ούτε τον αντίδικο γνώριζα, ούτε και τους άλλους δύο κατοίκους της Πάτρας στους οποίους έγιναν αντίστοιχα τηλεφωνήματα. Τα τηλέφωνά τους μου τα υπέδειξαν πρόσωπα από το συνεργείο ηχοληψίας.

Πρέπει να αναφέρω ότι αμέσως μετά από αυτές τις τηλεφωνικές κλήσεις, ενημέρωσα τα πρόσωπα αυτά και τον αντίδικο ότι πρόκειται για τηλεφώνημα που έκανα ο ίδιος και ότι είναι μέρος μιας μουσικής παράστασης που θα ακολουθούσε. Αρά, δεν υπήρχε κανένα έδαφος παραπλάνησης ή απειλής ή πρόκλησης φόβου στα πρόσωπα αυτά, αφού αμέσως δόθηκαν οι απαραίτητες εξηγήσεις. Δεν υπάρχουν τα υποκειμενικά στοιχεία του αδικήματος, αφού δεν ενήργησα με δόλο και ούτε είχα γνώση ή θέληση να προκαλέσω τρόμο ή ανησυχία».

Η πλευρά του ενάγοντα είχε υποστηρίξει ότι τον τρομοκράτησε χωρίς μια συγγνώμη.

«Σε χάχανα και γέλια να χαθώ…»

«Ο λάκκος με τ’ αστεία που σκάβω από παιδί / η τέλεια ληστεία που έχω σκαρφιστεί με σφίγγει σαν παπούτσι ντόπιο και μπαλωμένο / στο χείλος του Ζαλόγγου το τέλος περιμένω»τραγούδαγε ο Τζιμάκος το 1993 στο δίσκο «Vivere Pericolosamente». Και το τέλος ήρθε. Πιο νωρίς από ότι περίμενε. Και αυτός και εμείς μαζί του.

Οι δικοί του άνθρωποι, η οικογένειά του και οι συνεργάτες του επέλεξαν ένα στίχο από το συγκεκριμένο τραγούδι για να βάλουν στην ιστοσελίδα του μαζί με ένα χαρακτηριστικό βίντεο.

«Σε χάχανα και γέλια να χαθώ…» πάνω σε μαύρο φόντο. Μαύρο όπως του άρεσε. Μαύρο όπως το χιούμορ.

Από τη δεκαετία του ’80 που ψάχναμε την παράνομη κασέτα με την έντονη φημολογία σε τραγούδια που δεν θα πέρναγαν από τη λογοκρισία, μέχρι το 2018 που έφυγε από τη ζωή πέρασαν πάνω από τριάντα χρόνια. Αλλά τίποτα δεν άλλαξε τη σχέση μας μαζί του. Ο ροκάς που σόκαρε κυρίως με τους στίχους του. Τα απανωτά μπιμπ σε κάθε κομμάτι. Ο πόλεμος που δέχτηκε πολλές φορές για τον τρόπο που σατίριζε πρόσωπα και καταστάσεις. Πάντα στα μαύρα, πάντα με χιούμορ που έκοβε σαν ξυράφι. Πάντα με άποψη ριζοσπαστική και τολμηρή. Πάντα ο εαυτός του.

Ένας αντισυμβατικός καλλιτέχνης, ένα τραγουδοποιός από τους λίγους, ένας ηθοποιός, συγγραφέας, ραδιοφωνικός παραγωγός. Ένα άνθρωπος ευφυέστατος που ξεχώριζε, που δεν μιμήθηκε ποτέ κανέναν, που δεν είχε ανάγκη ποτέ να μιμηθεί κανέναν. Δημιούργησε σχολή, και εξακολουθούσε να σε κάνει ρεζίλι αν καθόσουν στα πρώτα τραπέζια σε κάποιο live του. Γιατί κατά βάθος και το ήθελες και σου άρεσε κι όλας.

Το τελευταίο χειροκρότημα στη σκηνή

Το καλοκαίρι που 2017 ο Πανούσης συμμετείχε στην Ειρήνη του Αριστοφάνη. Θεατρική παράσταση που ανέβηκε και στην Επίδαυρο στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών. Αυτή ήταν και μια από τις τελευταίες του φορές στη σκηνή. Και η τέλεια αφορμή να δώσει συνεντεύξεις, να μιλήσει στον κόσμο, να τον απολαύσουμε λίγο περισσότερο. Γιατί ακόμα και σε αυτό ο Τζίμης έπαιζε με τους δικούς του όρους. Όποτε ήθελε, όπου ήθελε, όπως ήθελε. Οι εμφανίσεις στο Κύτταρο που ακολούθησαν διακόπηκαν απότομα όταν στη θρυλική του σκηνή ο Τζίμης κατέρρευσε και αποχώρησε εν μέσω χειροκροτημάτων με φορείο.

Αυτό ήταν και το τελευταίο χειροκρότημα που απόλαυσε ο Τζίμης όσο βρισκόταν εν ζωή. Και μπορεί να ξέρουμε αν εκεί που βρίσκεται του λείπει το χειρόκρότημά μας, αλλά σίγουρα σε εμάς λείπει αφόρητα το «κακό παιδί» της ελληνικής σκηνής.

Έτσι ξεκίνησαν όλα

Ο Τζίμης Πανούσης γεννήθηκε στις 12 Φλεβάρη του 1954 από μικρασιάτες πρόσφυγες γονείς – τον Θεόδωρο και τη Φωτεινή – στην Αθήνα και μεγάλωσε στο Χολαργό.

Το 1972, δύο χρόνια πριν πέσει η Χούντα, στο Χολαργό λειτουργεί ο ΠΟΜΝΕ (Πολιτιστικός Όμιλος Νέων). Ο Τζίμης Πανούσης και ομάδα καλλιτεχνών στήνουν θεατρική ομάδα και φωνάζουν τον Γιάννη Χουβαρδά να κάνει μαθήματα. Στη συνέχεια ανεβάζουν παραστάσεις με έργα του Γ. Σουρή στον κινηματογράφο «Αλόμα». Μετά το κλείσιμο του ΠΟΜΝΕ η ομάδα μετονομάζεται σε Καλλιτεχνική Εταιρεία και μεταφέρεται σε άλλη γειτονιά του Χολαργού. Εκεί ο Τζιμάκος με την «Χαρούμενη Κουδουνίστρα» παρουσιάζει την παράσταση «Κουλτούρα Ντίνερ», ένα μιούζικαλ με φασολάδα.

Το καλοκαίρι του 1973 βρίσκει δουλειά, από μικρές αγγελίες, στον περιοδεύοντα Μουσικό Θίασο Κρήτης, ένα μπουλούκι-βαριεττέ. Εκεί ο Τζιμάκος τραγουδάει με τη κιθάρα του και κάνει τον βοηθό ταχυδακτυλουργού και τον κομπέρ του Θιασάρχη Μανωλιού σε περιοδεία σχεδόν σε όλη την Ελλάδα.

Όταν δημιουργείται η Θεατρική Συντεχνία (Χουβαράς, Αρμάος, Αδαμάκη κ.α.) ο Τζίμης συμμετέχει ως ηθοποιός, μουσικός και τραγουδιστής. Ανεβάζουν τον «Αλέκο με τα κυδώνια», τον «Ερωτόκριτο» με τον Δήμο Αβδελιώδη σε Ελλάδα και Ευρώπη (Σουηδία, Νορβηγία, Αγγλία κ.λπ.). Μετά συμμετέχει για ένα καλοκαίρι στο θέατρο Καισαριανής σε σκηνοθεσία Σταύρου Ντουφεξή όπου παίζει τουμπερλέκι, αντικαθιστώντας τον γέροντα Μαθιό Μπαλαμπάνη, στην «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» σε όλη τη διάρκεια του έργου επί σκηνής. Όταν η παράσταση πηγαίνει στην Πολωνία δεν τον παίρνουν επειδή «δεν ήτανε κνίτης».

Στη συνέχεια, εγκαταλείπει τον θίασο για να δουλέψει ως υπάλληλος στην Εθνική Τράπεζα από την οποία θα παραιτηθεί σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Μουσικές ταξιαρχίες εν δράσει

Μουσικά δηλώνει αυτοδίδακτος και παίζει λίγο απ’ όλα. Στα μέσα με τέλη της δεκαετίας του ’70 σχηματίστηκαν οι Μουσικές Ταξιαρχίες. Η πρώτη εμφάνιση του Τζιμάκου με τις Μουσικές Ταξιαρχίες σε κοινό έγινε το 1977 στο κλαμπ «Αρχιτεκτονική» επί της Πανεπιστημίου στη «Στοά του Απότσου» με τον Άντριου (τύμπανα), τον Παντελή Φουρνιάδη (μπάσο), τον Τζιμάκο (ακουστική κιθάρα) και τον Δημήτρη Μπάθρα (ηλεκτρική κιθάρα), ενώ η μικρή Μάρθα από την τράπεζα έπαιζε σαιξπηρικούς μονολόγους πάνω σ’ ένα τραπέζι. Μετά στο μπάσο έρχεται ο Κώστας Πολιτής, ένας μεγάλος μουσικός, που δυστυχώς «έφυγε» για πάντα, όπως και ο Μπάθρας.

Το 1978-79 στη παράνομη κασέτα Disco Tsoutsouni παίζουν Βαγγέλης Βέκιος (τύμπανα), Άκης Δαούτης (μπάσο), Σπύρος Πάζιος (κιθάρα), Βαγγέλης (Van) Σβάρνας (σαξόφωνο), Δημήτρης Παπανικολάου (πιάνο). Μετά έρχεται ο Γιάννης Δρόλαπας (κιθάρα) και στη θέση του Δαούτη στο μπάσο ο Δημήτρης Δασκαλοθανάσης.

Τους καλούν στο «Skylamb», στην Πλάκα για μια παράσταση το καλοκαίρι το 1979 και καταλήγουν να παίζουν επί ένα χρόνο κάθε μέρα χωρίς ρεπό. Κατά καιρούς από τις ΜΤ περνάνε αρκετοί μουσικοί όπως ο Γιάννης Γιοκαρίνης (πλήκτρα), ο Άκης Περδίκης (τύμπανα), ο Βασίλης Γκίνος (πλήκτρα), ο Πιέρ Χωρέμης (κιθάρα), ο Γιώργος Καραγιαννίδης (μπάσο) και αργότερα ο Ηλίας Αχλαδιώτης (τύμπανα), ο Τάσσος Καλλινιώτης (κιθάρα), ο Αλέκος Αράπης (μπάσο) κ.α.

Ταξιαρχίες και στην δισκογραφία

Η πρώτη τους δισκογραφική δουλειά είναι ο δίσκος Μουσικές Ταξιαρχίες που κυκλοφόρησε από την MINOS-EMI το 1982. Ακολούθησαν οι δίσκοι Αν η Γιαγιά μου είχε Ρουλεμάν (1984) και Hard Core (ζωντανή ηχογράφηση, 1985). Το 1983 οι Μουσικές Ταξιαρχίες καμουφλάρονται κάτω από το όνομα Alamana’s Bridge και συμμετέχουν στον δίσκο-συλλογή ελληνικού ροκ Made in Greece Vol.1, παρά τις αντιρρήσεις της τότε δισκογραφικής τους εταιρείας. Από τον επόμενο δίσκο Κάγκελα Παντού (1986) ο Πανούσης αποφασίζει να συνεχίσει μόνος του, παρατάει το όνομα Μουσικές Ταξιαρχίες και αποδείχνει περίτρανα ότι είναι μια ομάδα μόνος του.

Το 1987 κυκλοφορεί ο τελευταίος δίσκος από την MINOS-EMI Χημεία και Τέρατα. Οι επόμενοι δύο δίσκοι Δουλειές του Κεφαλιού / The Greatest Kitch Live! (1990) και Ο Ρομπέν των Χαζών (ζωντανή ηχογράφηση, 1992) κυκλοφορούν από την Music Box International, ενώ το Vivere Pericolosamente από την Warner το 1993. Η επόμενη δισκογραφική του δουλειά κυκλοφόρησε εφτά χρόνια μετά, το 2000, με τίτλο Με Λένε Πόπη (ζωντανή ηχογράφηση) και κάτω από την αιγίδα της νεοϊδρυθείσας και ιδιόκτητης δισκογραφικής εταιρίας του Τζίμη ΑΦΙΛΟΚΕΡΔΩΣ Α.Ε. Κυκλοφόρησε επίσης μαζί με το περιοδικό Μετρό το 2002 το ολιγόλεπτο CD Δείγμα Δωρεάν με ακυκλοφόρητα τραγούδια από τις τελευταίες παραστάσεις του.

Καυστικός από κάθε βήμα

Πέρα από τη μουσική o Τζίμης Πανούσης έχει ασχοληθεί κατά καιρούς με το ραδιόφωνο, την τηλεόραση και λίγο με τον κινηματογράφο. Έχει μια δεκαπεντάχρονη ιστορία σαν ραδιοφωνικός παραγωγός στους ραδιοσταθμούς Top FM, Κανάλι 15, Ωχ FM, Flash 9.65, 88 μισό Θεσσαλονίκης ΣΚΑΪ 100,3FM, CITY 99,5, Ράδιο Θέμα και Ράδιο 9. Στην τηλεόραση δεν ήταν ιδιαίτερα τυχερός αφού η εκπομπή του Κορίτσια ο Τζίμης που επρόκειτο να μεταδοθεί από την τότε ΕΤ2 το 1995 τελικά κόπηκε. Υπάρχουν όμως στιγμιότυπα από την εκπομπή αυτή που κατά καιρούς έχει παρουσιάσει κατά τη διάρκεια τηλεοπτικών συνεντεύξεών του.

Επίσης, έχει εμφανιστεί έκτακτα σε τηλεοπτικές σειρές όπως οι Δέκα Μικροί Μήτσοι του Λάκη Λαζόπουλου. Όσον αφορά στον κινηματογράφο, έχει πρωταγωνιστήσει στην ταινία Ο Δράκουλας των Εξαρχείων (1981) του Νίκου Ζερβού μαζί με τις υπόλοιπες Μουσικές Ταξιαρχίες και έχει εμφανιστεί ως γκεστ σταρ στις ταινίες Ηνίοχος (1995) του Αλέξη Δαμιανού, Προστάτης Οικογένειας (1997) του Νίκου Περάκη και Safe Sex (1999) των Μ. Ρέππα – Θ. Παπαθανασίου.

Ο Τζίμης έχει χρηματίσει και συγγραφέας. Έχουν κυκλοφορήσει μέχρι σήμερα έξι βιβλία του. Πρώτο ήταν το Η Ζάλη των Τάξεων (Γνώσεις, 1989) που περιέχει 40 ιστορίες ραδιοφωνικής φαντασίας που ακούστηκαν από την εκπομπή «Δούρειος Ήχος» στον Top FM την περίοδο 1988-89, ακολούθησαν τα Πικρέ, Μικρέ Μου Αράπη (Opera, 1990) που είναι μια σαπουνόπερα 22 επεισοδίων που ακούστηκε από τον «Δούρειο Ήχο» το καλοκαίρι του 1989 και Το Κυνήγι της Γκόμενας (Opera, 1992) που αποτελείται από 30 σύντομες γυναικείες βιογραφίες. Τέλος το 1996 κυκλοφορεί το Υγιεινή Διαστροφή (Opera) – για τα 20 χρόνια της παρουσίας του – που συμπεριλαμβάνει την έκδοση σε CD του Disco Tsoutsouni και περιέχει το σύνολο των στίχων των τραγουδιών του μέχρι τότε καθώς και συνεντεύξεις, γκάλοπ κ.α. Το 2005, κυκλοφόρησαν δύο ακόμα βιβλία του με τίτλους Μικροαστική Καταστροφή (το οποίο περιέχει ψηφιακές ζωγραφιές και ποιήματα) και Πούστευε και Μη Ερεύνα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *