Κατηγορίες

Θησαυροί των Οινιαδών / «Η Παναγία η Λεσινιώτισσα»

Η Ιερά Μονή της Παναγίας Λεσινίωτισσας είναι ένα κτιριακό συγκρότημα που αναπτύχτηκε γύρω από ένα ναό ρυθμού βασιλικής που βρίσκεται στον κάμπο του Λεσινίου σε ένα λόφο λίγα χιλιόμετρα δυτικά του δάσους φράξου, στο σημείο που μέχρι πρόσφατα βρίσκονταν ένας απέραντος και απροσπέλαστος βάλτος με κανάλια και πυκνή βλάστηση, απομεινάρι της αρχαίας λίμνης Κυνίας που εκτείνονταν από την βόρεια πλευρά των αρχαίων Οινιαδών στη Κατοχή έως το όρος Καλιχίτσα, το φυσικό όριο των Οινιαδών με τον Αστακό.

Ουσιαστικά πρόκειται για νησί το οποίο μετά την αποστράγγιση του έλους και της γύρω περιοχής το 1950 μετατράπηκε σε λοφίσκο.

Όπως και όλα τα μοναστήρια της ορθοδοξίας, η Παναγία, ως εθνικός προμαχώνας στέκει αγέρωχη και σιωπηλή μέσα στην πυκνή βλάστηση και σε πείσμα του χρόνου επιβιώνει μέσα στο απόκοσμο περιβάλλον με μια αύρα μακαριότητας που ανασύρει μνήμες και εικόνες ιστορικές σαν να τις κρατά ζωντανές και φρέσκες στην ηρεμία που κυριαρχεί στο χώρο κάνοντας το νου να ταξιδεύει.

Σύμβολο – θεματοφύλακας της ακατάλυτης και θαυμαστής ένωσης που δημιούργησε η βιολογική έννοια του έθνους και η πνευματική ουσία της πίστης μας. Τόπος ορόσημο για την τοπική Ιστορία.

Το νησάκι του «Λεσινίου» το διάλεξε μόνη της για κατοικία της η Παναγία, για να χαρίζει την μητρική της προστασία από εισβολείς, ασθένειες και κάθε λογής κινδύνους.

Το Ιστορικό

Την 22 προς 23 Αύγουστου 1553 μια ομάδα φυγάδων έτρεχε να κρυφτεί από τους Τούρκους που τους κυνηγούσαν διότι δεν είχαν να πληρώσουν το χαράτσι, μόλις σκοτείνιασε έγειραν να κοιμηθούν κάτω από μια μεγάλη αγριελιά όταν έγιναν μάρτυρες ενός συνταρακτικού γεγονότος κατά το οποίο αντίκρισαν ένα παράξενο φωτεινό σύννεφο μέσα στο οποίο βρίσκονταν η Θεομήτωρ με το θείο βρέφος.

Οι άνδρες έκπληκτοι από το θέαμα και μέσα σε κατανυκτική ατμόσφαιρα ξαγρύπνησαν προσευχόμενοι μέχρι το πρωί, οπότε και παρατήρησαν ότι ακριβώς από πάνω τους μέσα στα κλωνάρια της ελιάς βρίσκονταν η εικόνα της Παναγίας. Αμέσως ειδοποίησαν τους συγχωριανούς τους οι οποίοι μετέφεραν την εικόνα στην εκκλησία «Εισόδια της Θεοτόκου» στην Παλαιοκατούνα (σημερινό Λεσίνι).

Λίγο μετά όμως η εικόνα βρέθηκε ξανά στην αγριελιά. Αυτό επαναλήφθηκε δυο – τρεις φορές ακόμη έως ότου οι ντόπιοι κατάλαβαν ότι το θέλημα της Παναγίας ήταν να χτιστεί ναός στο σημείο εκείνο.

To 1595 κτίστηκε έτσι ο πρώτος ναός που γρήγορα εξελίχθηκε σε πλούσια Μονή, με πάνω από πενήντα μοναχούς, Ηγούμενο, υποτακτικούς και με περιουσία που περιλάμβανε ελαιοστάσια, ελαιοτριβείο, καλλιεργήσιμες εκτάσεις καθώς και μεγάλα κοπάδια από γελάδια και βουβάλια.

Αργότερα σαν πύκνωνε η δράση των κλεφτών και κοντοζύγωνε ο ξεσηκωμός, το νησάκι μετατράπηκε σε φρούριο, με οχυρούς μαντρότοιχους και κάστρο, τα ερείπια του οποίου σώζονται πάνω στην ανατολική κορφή του.

Την οχύρωση του συμπλήρωναν τα άφθονα νερά που πλημμύριζαν ολόγυρα τον βάλτο και το έκαναν απρόσιτο και απόρθητο. Χάρη στη γενναιότητα της Φρουράς του και την προστασία της Παναγίας, το νησάκι αναδείχθηκε έπειτα σε ψυχοσώστη και έμεινε απάτητο από τον Τούρκο Κατακτητή.

Το Μοναστήρι προσέφερε μεγάλες υπηρεσίες στον αγώνα για την ελευθερία επεκτάθηκε και ανακαινίστηκε πολλές φορές προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες των μοναχών αλλά και του πλήθους κατατρεγμένων που συνέρεαν κατά εκατοντάδες εκεί.

Το 1823 πολλοί αγωνιστές του Ξηρομέρου και της Αιτωλοακαρνανίας ευρύτερα, οχυρώθηκαν στο νησί για να μην πέσουν στα χέρια του Ομέρ Βρυώνη. Κατ’ εντολή του αρχιστράτηγου Καραϊσκάκη τοποθετήθηκε φρούραρχος της Μονής ο επιστήθιος φίλος του και άξιος στρατιωτικός ο Δήμος Τσέλιος (Δημοτσέλιος) ή Γερο-Δήμος (το προγονικό του όνομα ήταν Δήμος Φερεντίνος) ενώ Φρούραρχος διετέλεσε και ο Αναγνωστής Καρπούζης. Εκεί κατέφυγε ὁ Γεώργιος Τσόγκας και ὁ Δημήτρης Μακρὴς καθώς και πολλοί άλλοι. Σ’ όλο το διάστημα μέχρι την απελευθέρωση, το νησάκι ήταν έδρα Δημογεροντίας με τον τίτλο «Δημογεροντία – Ξηρομέρου».

Κάτοικοι από όλα τα χωριά της περιοχής κατέφυγαν στο νησάκι όπου άφησαν τις ονομασίες των χωριών τους στα σημεία όπου είχαν κατασκηνώσει και έτσι ακούγεται έως και σήμερα «Λεπενιώτικα, Ζαβιτσιάνικα, Αητινά» κλπ. «Σε αυτό βρήκαν καταφύγιο και πολλοί κατατρεγμένοι «Εξοδίτες» του Μεσολογγίου που παρέμειναν εκεί έως το τέλος της Ελληνικής Επανάστασης, το 1829. Συνεπώς αποτέλεσε ζωηρό κέντρο κοινωνικής δραστηριότητας ελλήνων αρματολών και του ντόπιου πληθυσμού που σχημάτισαν μια ιδιόμορφη κοινωνία μέσα στην ασφάλεια που προσέφερε ο βάλτος.

Την ταραγμένη εκείνη περίοδο που ακολούθησε τα συνταρακτικά γεγονότα της «Εξόδου», οι Τούρκοι γεμάτοι μένος και εκδικητική διάθεση θέλησαν να καταλάβουν το νησάκι του μοναστηριού και να το καταστρέψουν. Η Παναγία όμως για άλλη μια φορά έκανε το θαύμα της.

Ο Ηγούμενος Ιωαννίκιος μάζεψε όλα τα γυναικόπαιδα και τους ηλικιωμένους στο Μοναστήρι όπου έκανε τη Θεία Λειτουργία παρακαλώντας την Παναγία να τους βοηθήσει ειδάλλως είχε αποφασίσει να ανατινάξει το μοναστήρι. Την ίδια στιγμή η ένδοξη φρουρά του Λεσινίου οργάνωνε την άμυνα και ανέμενε την σφοδρή επίθεση των Οθωμανών.

Ακολούθησε ισχυρός βομβαρδισμός από τα τούρκικα κανόνια έως ότου οι προσευχές καρποφόρησαν και ξαφνικά ξέσπασε μεγάλη καταιγίδα κατά την οποία συμφώνα με την παράδοση, φάνηκε πάλι το φωτεινό σύννεφο, με την οπτασία της Παναγίας, που κρατούσε αυτή τη φορά στα χέρια της ένα τεράστιο καλάμι, με το οποίο συνέτριψε τους Οθωμανούς.

Οι αγωνιστές έκπληκτοι για μια ακόμη φορά με τις πρώτες ακτίνες του ήλιου αντίκρισαν χιλιάδες κουφάρια τούρκων και των αλόγων τους. Τόσα που είχαν σκεπάσει το μεταξύ του νησιού και του διπλανού λόφου «Πλατός», βαλτότοπο, ενώ όσοι απ’ αυτούς γλύτωσαν, έφευγαν πανικόβλητοι διαλαλώντας τη συμφορά τους.

Η Παναγία έσωσε τον λαό της. Ο Ηγούμενος της Μονής Ιωαννίκιος περιχαρής πήρε την εικόνα της Παναγίας και αφού όλοι την προσκύνησαν, έψαλλαν τον παρακλητικό Κανόνα ευχαριστώντας την για τη σωτηρία τους.

Οι κάτοικοι της περιοχής και όσοι βρεθήκαν στο νησάκι δεν ξέχασαν ποτέ το θαύμα της Παναγίας και από γενιά σε γενιά μετέφεραν την αγάπη και τον σεβασμό προς την μητέρα του Κυρίου με αποτέλεσμα η εορτή της, στις 23 Αύγουστου να αποτελεί το μεγαλύτερο προσκύνημα και πανηγύρι του Νοτίου Ξηρομέρου και της ευρύτερης περιοχής των Οινιαδών που προσελκύει χιλιάδες επισκέπτες και πιστούς.

Αξιοσημείωτο είναι ότι κατά τη μακραίωνη ιστορία του το Μοναστήρι πλουτίστηκε με σπάνιες Βυζαντινές εικόνες, πολλές όπως τα «Δωδεκάορτα», μικρές εικόνες στην κορυφή του τέμπλου, με χρυσά και αργυρά κονδύλια και με λείψανα Αγίων, τοποθετημένα μέσα σε ολάργυρες θήκες σώζονται μέχρι και σήμερα. Ενώ μέχρι πρόσφατα υπήρχαν και στο μοναστήρι και λίγα παλιά εκκλησιαστικά βιβλία σπάνιας έκδοσης των μακρινών ετών 1665 και 1719.

Το 1836 αποτέλεσε το έτος παρακμής και εγκατάλειψης για το ιστορικό μοναστήρι καθώς με το Βασιλικό Διάταγμα του Όθωνα έκλεισε, όπως και πολλά Μοναστήρια ανά την Ελλάδα και οι θησαυροί, τα κειμήλια και τα λείψανα μεταφέρθηκαν στην Ι.Μ. Ρόμβου στο βόρειο Ξηρόμερο.

Κατά το 1924-25, ο Μητροπολίτης Αιτωλίας & Ακαρνανίας Κωνσταντίνος, έδωσε ρητή εντολή, να ανοικοδομήσουν με κάθε τρόπο το Μοναστήρι επαναφέροντας το στην πρότερη του λαμπρότητα όπως άρμοζε πράγμα που οι ντόπιοι επέτυχαν και συνεχίζουν έκτοτε να επιδιώκουν, η εκκλησία και οι πιστοί των γύρω κωμοπόλεων και χωριών με σκοπό την διατήρηση της Ιεράς Μόνης.

Πηγή: Οινιαδών Ανάπτυξις

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *