Κατηγορίες

Περί Ελληνικής Δικαιοσύνης ο λόγος

Γράφει ο Θανασης Καμπαγιάννης νομικός

Η δίκη για την υπόθεση της 12χρονης στον Κολωνό διεξάγεται κεκλεισμένων των θυρών, χωρίς δημοσιότητα, κατόπιν αίτησης της πλευράς του θύματος που έγινε δεκτή από το δικαστήριο. Το γεγονός αυτό σημαίνει ότι δεν γνωρίζουμε τα πορίσματα της αποδεικτικής διαδικασίας, όπως θα συνέβαινε σε μια οποιαδήποτε δίκη υπό συνθήκες δημοσιότητας.

Γι’ αυτό θέλω να καταθέσω κάτι που γνωρίζω και άκουσα με τα ίδια μου τα αυτιά, λίγες μέρες πριν, σε ένα άλλο, ήσσονος ποινικής σημασίας δικαστήριο που δίκαζε μια απλή σωματική βλάβη σε βάρος γυναίκας δημοσιογράφου: για να αιτιολογήσει την απαλλακτική της πρόταση, η εκεί εισαγγελέας ανέφερε (δύο μάλιστα φορές) ως πρώτο και βασικό στοιχείο για τη μη τέλεση της πράξης το γεγονός ότι σε βίντεο που τράβηξε η παθούσα λίγα δευτερόλεπτα μετά τη σε βάρος της καταγγελλόμενη επίθεση ακούγεται η ίδια να λέει στον δράστη “πες μου το όνομα σου ρε αρχίδι”. Και ανέφερε η κυρία εισαγγελέας: “η εικόνα ενός οργισμένου ανθρώπου που βρίζει δεν αντιστοιχεί στην κατάσταση μιας γυναίκας που μόλις την έχουν χτυπήσει”. Αυτό δηλαδή που για έναν άνδρα θα ήταν αυτονόητο, να είναι οργισμένος μετά από μια επίθεση και να βρίζει, στην περίπτωση της γυναίκας θεωρείται απόδειξη μη τέλεσης της σε βάρος της πράξης. Είναι τελικά δύσκολο και αφόρητα πιο απαιτητικό να είσαι θύμα και να είσαι γυναίκα.

Η συγκεκριμένη εισαγγελική αιτιολογία δείχνει με τον καλύτερο τρόπο τι πάει λάθος στην αντιμετώπιση περιστατικών βίας με έμφυλα χαρακτηριστικά. Ως Εναλλακτική Παρέμβαση έχουμε αποκαλέσει τη συγκεκριμένη κατάσταση “κουλτούρα βιασμού μέσα στη δικαιοσύνη”. Η κουλτούρα αυτή αποτελεί βασικό στοιχείο αποθάρρυνσης των γυναικών να καταγγείλουν μια σε βάρος τους επίθεση, γιατί γνωρίζουν τον κίνδυνο να κληθούν να αποδείξουν ότι “δεν είναι ελέφαντες”. Καθήκον μιας ευνομούμενης πολιτείας είναι να εξαλείψει αυτή την κουλτούρα από τους θεσμούς της, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα τα δικαιώματα του κατηγορούμενου σε δίκαιη δίκη. Είναι παραπάνω από προφανές ότι τα ελληνικά δικαστήρια περνάνε κάτω από τη βάση σ’ αυτό το καθήκον, γι’ αυτό εξάλλου και ακούμε πχ εισαγγελείς να αξιώνουν από τις γυναίκες-θύματα συμπεριφορά “φοβισμένης γατούλας” επί ποινή απόρριψης της μηνύσεώς τους.

Για να γυρίσω στη δίκη της 12χρονης, ο σάλος που έχει ξεσπάσει με την εκεί εισαγγελική πρόταση δεν μπορεί να γίνει κατανοητός χωρίς το δεδομένο ότι το ελληνικό σύστημα απόδοσης δικαιοσύνης έχει, μετά από μια μακρά πορεία, την έξωθεν κακή μαρτυρία. Τόσο για την αντιμετώπιση περιστατικών έμφυλης βίας όσο και για την άνιση μεταχείριση θυμάτων και θυτών αναλόγως των ιδιαίτερων κοινωνικών, πολιτικών, ταξικών, φυλετικών, κλπ χαρακτηριστικών τους. Όταν ο Άρειος Πάγος παίρνει από την Εισαγγελία Πρωτοδικών τη δικογραφία των υποκλοπών δήθεν για λόγους επιτάχυνσης και αποφυγής παραγραφής των πλημμελημάτων, και – μήνες μετά – δεν έχει καλέσει τον βασικό ύποπτο να δώσει ανωμοτί εξηγήσεις (δεν μιλάμε για δίωξη!) μόνο και μόνο γιατί είναι ανιψιός του Πρωθυπουργού, μην περιμένετε να μην συνδυάζει η κοινωνία το πολιτικό προφίλ του δράστη του εγκλήματος στον Κολωνό με την ποινική του μεταχείριση. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Μέσα σ’ αυτή, μοιάζουν ψιλά γράμματα ιδιαίτερες νομικές συζητήσεις, όπως για παράδειγμα πώς αξιολογείται στις περιπτώσεις ανήλικων θυμάτων η “συναίνεση”, με δεδομένο ότι η έλλειψη συναίνεσης νομοθετήθηκε ως στοιχείο αντικειμενικής υπόστασης του βιασμού χωρίς να υπάρχει αναγκαστικά σωματική βία. Να πούμε πάντως εδώ ότι από μόνο του το αδίκημα της κατάχρησης ανήλικου ατόμου σε ασέλγεια είναι βαρύ κακούργημα με ποινή κάθειρξης τουλάχιστον δέκα (10) ετών. Ο Μίχος δεν είναι αθώος και τα περί “έρωτος” με τη 12χρονη δικαίως προκαλούν οργή.

Τελευταίο: δεν κυνηγάω γενικά τη δημοφιλία με τις δημόσιες τοποθετήσεις μου. Η ιδιαίτερη ποινική απαξία των πράξεων που δικάζονται στη συγκεκριμένη υπόθεση, με θύμα ένα παιδί που το κορμάκι του έγινε πεδίο σεξουαλικής εκμετάλλευσης και κερδοσκοπίας από δεκάδες δράστες, δεν δικαιολογεί τον ποινικό λαϊκισμό που εμείς στηλιτεύουμε όταν τον εργαλειοποιεί η κυβέρνηση για τους δικούς της σκοπούς. Θυμάμαι ακόμα και αριστερούς πολιτικούς να ζητάνε τη δημοσιοποίηση των ονομάτων όσων επικοινώνησαν διαδικτυακά με λογαριασμό της 12χρονης σε κάποια εφαρμογή, χωρίς να σκέφτονται τι συνέπειες θα είχε μια τέτοια δημοσιοποίηση στις ζωές ανθρώπων που μπορεί να πάτησαν ένα κουμπί, να μην γνώριζαν με ποιόν μιλούσαν, να μην επιδίωκαν τη σεξουαλική συνεύρεση με μια ανήλικη, κοκ. Πρέπει να σταθούμε με θέσεις αρχής και όχι ευκολίας, ακόμα και όταν αυτό δεν είναι το πιο εύπεπτο και ευχάριστο.

Ελπίζω και εύχομαι οι δικαστές της σύνθεσης, τακτικοί και λαϊκοί, να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων. Αυτοί ξέρουν, αυτοί είδαν, αυτοί άκουσαν. Αυτοί πρέπει να αποδώσουν δικαιοσύνη. Και βέβαια, θα κριθούν.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *